Η Νευροεπιστήμη σαν μέσο για την Διασύνδεση Ανθρώπου και Μηχανής

Συζήτηση στην κατηγορία 'Γενικά Τεχνολογικά θέματα' που ξεκίνησε ο χρήστης Evi, 5 Αυγ 2015.

  1. Evi

    [IMG]

    Η Νευροεπιστήμη είναι αυτό το πλαίσιο μελέτης και έρευνας που αφορά την ανάπτυξη, δομή και λειτουργία του Νευρικού μας Συστήματος (Κεντρικό Νευρικό Σύστημα και Εγκέφαλος). Οι Νευροεπιστήμονες εστιάζουν συνήθως στον εγκέφαλο και το πώς οι εκούσιες ή ακούσιες διεργασίες που συμβαίνουν σε αυτόν, επηρεάζουν τη συμπεριφορά και τις γνωστικές μας λειτουργίες.
    Η νευροεπιστήμη εκτός από την ομαλή λειτουργία του νευρικού συστήματος, εξετάζει και το τι συμβαίνει όταν οι άνθρωποι παρουσιάζουν νευρολογικές, ψυχιατρικές ή και νευροεξεληκτικές-νευροεκφυλιστικές εγκεφαλικές διαταραχές. Είθισται ωστόσο, να υπάρχει πρακτικά ένας διαχωρισμός μεταξύ νευροεπιστήμης και νευροβιολογίας - σε πρακτικό κυρίως και όχι πάντα σε επιστημονικό επίπεδο - στοχεύοντας το κάθε ένα πεδίο στα καλώς και τα κακώς κέιμενα αντίστοιχα των λειτουργικών και δομικών στοιχείων που αναφέρονται στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα. Κατ’ επέκταση η νευροεπιστήμη εστιάζει στην αποσαφήνιση και θετική ενίσχυση των λειτουργιών και δομών των νευρωνικών συστημάτων, ενώ από την άλλη η νευροβιολογία, πραγματεύεται κυρίως την βιολογική υπόσταση αυτών των συστημάτων.
    Αν και η Νευροεπιστήμη, στην ακαδημαϊκή της διάσταση, παραδοσιακά κατατάσσεται ως μία γνωστική υποδιαίρεση της βιολογίας, ωστόσο τελικά στην πράξη προσεγγίζεται ως μία διαθεματική επιστήμη η οποία συνδέει στενά διαφορετικού είδους γνωστικά πεδία, όπως τα μαθηματικά και φυσικά την ιατρική.
    Έτσι, βλέπουμε πολλούς νευροεπιστήμονες να δουλεύουν σε ερευνητικά projects τα οποία μελετούν την επίδραση της γλώσσας και των ήχων, απλών και σύνθετων όπως η μουσική, της κίνησης και της γλώσσας επάνω στον εγκέφαλο, βλέπουμε ερευνητές να μελετούν την τεχνητή νοημοσύνη και το πώς αυτή μπορεί να μεταφράσει ή να μιμηθεί λειτουργίες των εγκεφαλικών συστημάτων κ.α.

    Ευρισκόμενοι πλέον σε μια εποχή που επιστήμες όπως η Βιοτεχνολογία και οι βιομετρικές εφαρμογές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την τεχνολογία, ας δούμε που μπορεί να οδηγήσει όλος αυτός ο συνδυασμός με την μεγάλη συμβολή των νευροεπιστημών.
    Αυτό γιατί υποστηρίζει ο κύριος Ray Kurzweil: Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, οι υπολογιστές θα είναι το ίδιο έξυπνοι με τον άνθρωπο. Μέχρι το 2045, θα γίνουμε αθάνατοι.
    Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, το τέλος του ανθρώπινου πολιτισμού, όπως τον ξέρουμε, απέχει περίπου 35 χρόνια.
    Αυτό επειδή, σύμφωνα με την θεωρία του Ray-Kurzweil που είναι όλο και πιο αποδεκτή, πλησιάζουμε σε μια στιγμή που οι υπολογιστές θα καταστούν ευφυείς, και όχι απλώς ευφυείς αλλά πιο ευφυείς από τους ανθρώπους. Όταν αυτό συμβεί, η ανθρωπότητα -το σώμα μας, το μυαλό μας, ο πολιτισμός μας- θα έχουν πλήρως και αμετάκλητα μεταποιηθεί. Πιστεύει ότι αυτή η στιγμή, όχι μόνο δεν είναι αναπόφευκτη, αλλά επίκειται.
    Η υπολογιστική ισχύς αυξάνει με ταχυτάτους ρυθμούς και αυτό συνεπάγεται πως θα μπορούσε να έρθει θεωρητικά η στιγμή που, οι υπολογιστές θα είναι τόσο ικανοί, όσο η ανθρώπινη νοημοσύνη. Τεχνητή νοημοσύνη!
    Hey teacher leave our brains alone!

    Η φράση αυτή του Watson, αποδίδει με τρόπο γλαφυρό και αφοριστικό, την αλήθεια της επιστήμης σε σχέση με τη βιοχημεία του σώματος, και τη σημασία της για το “πώς αυτό λειτουργεί” και “προς τα που πηγαίνει”. Ακόμα περισσότερο, όταν αυτός που την εκφέρει έχει γραμμένο στο βιογραφικό του κάτι τόσο μεγάλο όσο η “ανακάλυψη” της διπλής ελικοειδούς δομής του DNA. Η σύγχρονη βιοτεχνολογική αντίληψη του σώματος και των προδιαγραφών του και η αδιαμφισβήτητη επιτυχία της στηρίζεται κατά κύριο λόγο στις τεχνικές δυνατότητες αναπαράστασης/οπτικοποίησης των μοριακών και των κυτταρικών δομών. Ο στόχος, που άλλοτε φαίνεται να επιτυγχάνεται και άλλοτε όχι, αφορά στη δυνατότητα παρέμβασης στο εσωτερικό των κυτταρικών μηχανισμών της παραγωγής πρωτεϊνών.
    Οι αναπαραστάσεις / οπτικοποιήσεις (τα χρωμοσώματα, η διπλή έλικα και η χαρτογράφηση του ανθρώπινου γονιδιώματος είναι τέτοιες) συχνά (και αυθαίρετα) ταυτίζονται με την αποκάλυψη της αιτιότητας για τα όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό του ανθρώπινου σώματος σαν μηχανισμοί, αλλά και για οτιδήποτε προκύπτει ή ερμηνεύεται σαν εξωτερική έκφραση αυτών των μηχανισμών.
    Μπορεί μια τέτοια αντίληψη που λέει ότι “η μοίρα μας είναι γραμμένη στα γονίδιά μας”, να συνεχίζει απερίσπαστα τις ιδεολογικές και τις πρακτικές της εφαρμογές σε χώρους όπως η εκπαίδευση ή η μάθηση γενικότερα;

    Ας θεωρήσουμε στα δεξιά του (ιδεολογικού) φάσματος μια άποψη που θα υποστήριζε ότι τα πάντα είναι γραμμένα στα γονίδια που κληρονομούνται ενώ η επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος, και των εμπειριών (συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης) μάλλον γρήγορα θα αντιμετωπίσει το τείχος και τα όρια που θέτουν οι προδιαγραφές των γονιδίων. Στην άλλη άκρη του φάσματος, η εύλογη αριστερή απάντηση (παρά τις όποιες επιμέρους διαφωνίες) θα έπρεπε να αναζητήθει σε απόψεις όπως αυτή του Άγραφου Πίνακα (Tabula Rasa) του John Locke και να υιοθετήσει την άποψη ότι η επίδραση του περιβάλλοντος και των εμπειριών, άρα και της εκπαίδευσης, είναι που διαμορφώνουν την προσωπικότητα και την εξέλιξή της και ίσως να διακηρύξει σαν συμπέρασμα τη σημασία της ισότητας των ευκαιριών. Στο ενδιάμεσο αυτού του δίπολου, θα μπορούσε να ευδοκιμήσει (και έτσι συμβαίνει!) ένα πλήθος διαφορετικών φιλοσοφικών / κοινωνιολογικών / ψυχολογικών απόψεων και ερευνών σχετικά με τα ποσοστά της επίδρασης του βιολογικού ή του κοινωνικού παράγοντα. Κι ενώ η αλήθεια-που-βρίσκεται-πάντα-κάπου-στη-μέση έρχεται σαν λυτρωτική απάντηση (αντιπροσωπευτική της γενικευμένης ακηδίας), ο κοινωνικός δαρβινισμός, σαν κυρίαρχη ιδεολογία, καλά κρατεί, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι τέτοια διλήμματα απαντιούνται με τον πιο σίγουρο τρόπο από αυτούς που τα θέτουν.

    Ας μας συγχωρήσετε που δεν θα ασχοληθούμε με την κατάρριψη αυτού του δίπολου και την εξαρχής δόλια τοποθέτηση του, παρά μόνο θα εξετάσουμε κάποιες από τις εν δυνάμει προεκτάσεις ή/και ξεπεράσματά του από την πλευρά των τεχνοεπιστημών του κεφαλαίου, τουλάχιστον σχετικά με τα ζητήματα της μάθησης.
    Σαν απάντηση στην φράση του Watson, ο Fernardo Vidal, εξετάζοντας τις “Ιστορικές Θεωρήσεις του μυαλού και του εαυτού”, αναφέρει:
    Κι αν μπορεί ένας καθηγητής πανεπιστημίου, πολύ μικρότερης εμβέλειας από τον Watson, να αμφισβητεί μεγαλόστομα τις αλήθειες του προηγούμενου, αυτό το χρωστάει στην ανάδυση των νευροεπιστημών.


    Neuroeducation: Οι νευροεπιστήμες στην εκπαίδευση

    Το παρακάτω απόσπασμα, αποτελεί μετάφραση από τον πρόλογο του βιβλίου «Mind Brain and Education, Essays in Neuroeducation». [1] Το συγκεκριμένο βιβλίο προέκυψε ως αποτέλεσμα των εργασιών ενός σχετικού workshop που οργανώθηκε το 2003 από την Pontifical Academy of Sciences, μιας επιστημονικής πλατφόρμας του Βατικανού. Οι απόψεις που διατυπώνονται λοιπόν παρακάτω αποτελούν την τελική δήλωση των διοργανωτών και περιγράφουν με χαρακτηριστικό τρόπο τις γενικές τάσεις αυτού που αλλού αναφέρεται ως neuroeducation και αλλού ως educational neuroscience:

    Ο κοινωνικός δαρβινισμός και η νέα ευγονική, σαν ιδεολογία χρήσιμη για την επιβολή σκληρά ταξικών κριτηρίων στο εσωτερικό των εκπαιδευτικών συστημάτων, μετρά παραπάνω από έναν αιώνα· αλλά οι πραγματικές ευγονικές πρακτικές που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν και να μπολιάσουν την εκπαιδευτική αγορά δεν φάνηκε ως τώρα να εμφανίζουν επαρκή αποτελέσματα· και στο κάτω-κάτω θα φάνταζαν ίσως λίγο τραβηγμένες και πρόωρες για την άμεση εμπορική τους αξιοποίηση.
    Ενώ η γονιδιακή παρέμβαση για την ενίσχυση της μίας ή της άλλης μαθησιακής ικανότητας είναι ακόμα στη σφαίρα των ανεκπλήρωτων επιδιώξεων της γενετικής μηχανικής, η εφεύρεση ολοένα και πιο προηγμένων τεχνικών απεικόνισης του εγκεφάλου (neuroimaging: νευροαπεικόνιση) έχει ήδη αρχίσει να δίνει απτά αποτελέσματα.


    Η πλαστικότητα, στο κέντρο των νέων αναπαραστάσεων της μάθησης

    Οι νευροεπιστήμες λοιπόν εστιάζουν στην χρήση των τεχνολογιών μέτρησης της δραστηριότητας του εγκεφάλου σε πραγματικό χρόνο. Το σε-πραγματικό-χρόνο σημαίνει καταρχήν ότι δυνητικά οποιαδήποτε κατάσταση του νου, που θα μπορούσε να εκληφθεί ως ψυχική/νοητική, αντιστοιχείται με την υλικότητα των νευρωνικών κυκλωμάτων του μυαλού σαν υπόβαθρο. Η αξίωση ότι αυτό το υπόβαθρο αποτελεί ή υποδεικνύει και την αιτιότητα των ψυχικών/νοητικών καταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων των συναισθημάτων αποτελεί τη βασική φιλοδοξία των νευροεπιστημών.
    Τα βασικά δομικά στοιχεία/αναπαραστάσεις της νευροεπιστημονικής περιγραφής της λειτουργίας του μυαλού περιλαμβάνουν την κατανόηση της δομής και της λειτουργίας των εγκεφαλικών κυττάρων, των νευρώνων, και των προτύπων οργάνωσης τους. Το μυαλό παρουσιάζεται σαν μια υψηλότατης πολυπλοκότητας συνάθροιση νευρώνων που συνδέονται μεταξύ τους με σταθερούς, αλλά και συνεχώς μεταβαλλόμενους τρόπους, και με αυτόν τον τρόπο παράγουν τις σκέψεις μας, τις αισθήσεις, τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές. Οι νευρώνες μαζί με τους υποστηρικτικούς κυτταρικούς ιστούς σχηματίζουν το νευρικό σύστημα που αποτελείται από δισεκατομμύρια κύτταρα και τρισεκατομμύρια συνδέσεις μεταξύ τους. Οι αναπαραστάσεις και οι περιγραφές των νευροεπιστημών στην πραγματικότητα έχουν αλλάξει ή θέλουν να αλλάξουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη λειτουργία ενός τέτοιου εσωτερικού συστήματος.
    Η μέχρι τώρα τεχνο-επιστημονική αντίληψη του μυαλού ως του γενικού διευθυντή του σώματος που βρίσκεται στην κορυφή της ιεραρχίας της διακυβέρνησης του, έθετε τα όρια της πλήρους ανάπτυξης του εγκεφάλου ως το τέλος της εφηβείας και στη συνέχεια ήταν πιστευτό ότι θα μπορούσε (το μυαλό) να λειτουργεί σαν ένας πολύπλοκος γενετικά προγραμματισμένος υπολογιστής. Η νευροεπιστημονική περιγραφή του εγκεφάλου όπως αυτή προκύπτει από νευροαπεικονιστικές μελέτες σε διάφορες ηλικιακές ομάδες, έρχεται να καταρρίψει ως μύθο αυτή την άποψη. Σε αντίθεση με την αντίληψη του μυαλού σαν μια σταθερή μονάδα που διαθέτει λίγο πολύ ένα προκαθορισμένο σύνολο χαρακτηριστικών, οι νευροεπιστήμονες εισήγαγαν τον όρο «πλαστικότητα» σαν την γενική έννοια που περιγράφει τις διαδικασίες της αναδιοργάνωσης στους ιστούς του εγκεφάλου. Το μηχανικό-θεωρητικό ανάλογο που προσδίδεται στον εγκέφαλο είναι αυτό ενός σύνθετου, δυναμικού, αναπτυσσόμενου συστήματος που δουλεύει αξιοποιώντας τις αλληλοσυσχετίσεις μεταξύ των επιμέρους περιοχών του.
    Η “πλαστικότητα” σημαίνει ότι οι νευρώνες μέσα από διάφορες διαδικασίες μπορούν να σχηματίζουν αλλά και να μετασχηματίζουν τον εγκέφαλο, για παράδειγμα αντικαθιστώντας τους νεκρούς νευρώνες με νέους που μπορούν να εξυπηρετούν νέες λειτουργίες ή ακόμα μεταβάλλοντας (ενισχύοντας ή αποδυναμώνοντας) τις συνδέσεις στους ήδη υπάρχοντες νευρώνες, δημιουργώντας νέες συσχετίσεις. Αυτές οι διαδικασίες είναι που επιχειρείται να αντιστοιχιστούν στις δυνατότητες μάθησης και στην ανάπτυξη ικανοτήτων. Σε αντίθεση με την ακαμψία του γενετικά προγραμματισμένου εγκεφάλου που αναπτύσσεται μέχρι το τέλος της εφηβείας, η αντίληψη της πλαστικότητας των εγκεφαλικών κυτταρικών δομών μπορεί και να φαντάζει προοδευτική. Αναγνωρίζει εκ των προτέρων την σημασία του κοινωνικού περιβάλλοντος, των συναισθημάτων και των εμπειριών, ενώ χωρίς να παραγνωρίζει τη σημασία των γονιδίων ισχυρίζεται ότι το εξελικτικό χαρακτηριστικό που προσδίδουν τα γονίδια στον ανθρώπινο εγκέφαλο είναι ακριβώς αυτό: η πλαστικότητά του.
    Θα μπορούσε κάποιος καλοποροαίρετος οραματιστής να ισχυριστεί ότι αυτή η επιστημονική αλήθεια (ας το δεχτούμε έτσι προς χάρη του πραδείγματος) μπορεί να αποτελέσει σημαία για μια προοδευτική επιστημονική προσέγγιση των εκπαιδευτικών διαδικασιών όπου κανένας άνθρωπος, ανεξάρτητα από την ηλικία, το φύλο, την εθνικότητα ή την ταξική του προέλευση δεν θα πρέπει να θεωρείται ανεπίδεκτος μάθησης, βελτίωσης και εξέλιξης σε έναν μορφωμένο και συνειδητοποιημένο άνθρωπο; Θα μπορούσε κατά αυτόν τον τρόπο η εκλαΐκευση ενός τέτοιου επιστημονικού δεδομένου να αποτελέσει ένα επιστημονικό-αντικειμενικό επιχείρημα από την πλευρά της αντίθεσης στους αποκλεισμούς και τις διατιμήσεις μεταξύ των εκπαιδευόμενων; Θα αφήσουμε αυτό το ερώτημα προσωρινά αναπάντητο, ακόμα και αν, έστω και «διαισθητικά» [2], οι ενστάσεις είναι εύλογες.


    Αναγωγισμός και άλλα επιστημονικά δαιμόνια

    Θα μπορούσαν, από την άλλη πλευρά, αυτές οι νοητικές/ψυχικές διαδικασίες που σχετίζονται με τη μάθηση να είναι γενικά αφηρημένες ή αποκλειστικά αντικείμενο συζητήσεων και διαφωνιών μεταξύ των κλάδων της φιλοσοφίας, της ψυχολογίας και των παιδαγωγικών/εκπαιδευτικών τμημάτων των πανεπιστημίων; Ή θέτοντας την ερώτηση διαφορετικά, πώς είναι δυνατόν απόψεις του τύπου “είμαστε το μυαλό μας” να έχουν τη δυναμική να αποκτήσουν ισχύ αξιώματος;

    Τα ζητήματα αυτά δεν είναι καθόλου καινούρια. Οι διάφορες θέσεις και απόψεις σχετικά με την ψυχή και το σώμα, τη νόηση και τη συνείδηση μπορούν να αναζητηθούν στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, να περάσουν από το διάφορα δόγματα του χριστιανισμού για τη μεσολάβηση του θεού και την ενότητα της ψυχής και του σώματος, τα τελευταία να διαχωριστούν ξανά με τον καρτεσιανό δυισμό, να αντιμετωπιστούν σαν δύο καλο-ρυθμισμένα και συγχρονισμένα ρολόγια που βρίσκονται σε προκαθορισμένη αρμονία από τον Leibniz, να θεωρηθούν ενοποιημένες ή αλληλεπιδρούσες υποστάσεις, να εξεταστεί αυτή η αλληλεπίδραση φαινομενολογικά από τους εμπειριστές ψυχολόγους του 18ου αιώνα, το 19ο αιώνα να αναζητηθεί η τοποθεσία των πιθανών συνδέσεων αυτής της ένωσης ή/και της αλληλεπίδρασης στον εγκέφαλο και τα νεύρα από την πλέον αφορισμένη (και σίγουρα αντιδραστική-φασιστική) φρενολογία/κρανιολογία, και κάπως αργότερα να αρχίσει να αναλύεται σταδιακά η ανάπτυξη των εννοιών σαν αποτέλεσμα των επεξεργασμένων αισθητηριακών εντυπώσεων. [3]

    Τη δεκαετία του 1970, η γνωστική ψυχολογία σαν νέο επιστημονικό πεδίο/περιοχή είχε να αξιοποίησει σαν κληρονομιά, εκτός από τις πρόδρομες γνωστικές απόψεις της μορφολογικής θεωρίας και των πιαζετιανών απόψεων που αντιπαρατέθηκαν με τον μπιχεβιορισμό, μια μεγάλη γκάμα τεχνοεπιστημονικών ανάλογων που δεν αναφέρονται πια στο ζήτημα του δυισμού της ψυχής και του σώματος, αλλά στις διαδικασίες και τους μηχανισμούς πρόσκτησης της γνώσης. Μηχανικά ανάλογα που αναφέρονται στα αντιαεροπορικά του Wiener και τους μηχανισμούς ανάδρασης, στη θεωρία των πληροφοριών του Shannon, στη μηχανή Turing…
    Η υιοθέτηση της έννοιας των γνωστικών μηχανισμών ανατροφοδότησης έδωσε ένα ενιαίο θεωρητικό πλαίσιο για την ερμηνεία των ψυχολογικών φαινομένων και λειτουργιών με βάση την επεξεργασία των πληροφοριών. Από τη δεκαετία του 1970 και μέχρι τη δεκαετία του 1980 ολοκληρώνεται μια διαδικασία αναγωγής της Ψυχολογίας, της Ανθρωπολογίας, της Γλωσσολογίας, της Νευρολογίας και της Τεχνητής Νοημοσύνης σε μία ενιαία Γνωστική Επιστήμη.

    Το πεδίο των νευροεπιστημών κατά πολλούς φιλοδοξεί, κατά άλλους απειλεί να αποτελέσει ακόμα ένα βήμα ολοκλήρωσης αυτού του αναγωγισμού. Δεν θα μπούμε στο βάθος των διαφωνιών μεταξύ των ακαδημαϊκών που πιθανώς ανταγωνίζονται μεταξύ τους και για τους δικούς τους πολύ προσωπικούς λόγους. Θα επιμείνουμε όμως στο γεγονός ότι αυτή η φιλοδοξία των νευροεπιστημών να αποτελέσουν την επιστημονική βάση, το μηχανολογικό υπόβαθρο των απόψεων πολλών επιστημονικών περιοχών, αποτελεί και αυτό κομμάτι της αλλαγής παραδείγματος στην αναζήτηση των σχέσεων αιτιότητας, η οποία θα πρέπει να συνδέεται με τις τεχνοεπιστημονικές απεικονίσεις/οπτικοποιήσεις του ανθρώπινου σώματος σαν τη μοναδική αληθινή απόδειξη της ύπαρξης ή μη των όποιων υποκείμενων μηχανισμών και των εκφράσεων τους.
    Η δυναμική εμφάνιση των παραπάνω τάσεων δεν σημαίνει ότι στο μέλλον θα μιλάμε για μια ενοποιημένη επιστήμη που θα αντικαταστήσει όλα τα προηγούμενα πεδία που έχουν ασχοληθεί ή ασχολούνται με τις θεωρίες της γνώσης. Άλλωστε η συνεισφορά τους στον ιδεολογικό και πειθαρχικό ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Η αναγνώριση όμως μιας αναγκαίας γεφύρωσης και προσγείωσης των πιο θεωρητικών και υποθετικών συμπερασμάτων στη βάση των νευροεπιστημών σαν ένα στιβαρό πραγματιστικό-μηχανιστικό υπόβαθρο μπορεί να επικαθορίσει και την ανανέωση του ιδεολογικού ρόλου των όποιων υπερκείμενων απόψεων, αφού αυτές θα πρέπει να προσαρμόζουν το «μέγεθος» και το «βάρος» τους στις προδιαγραφές της γέφυρας των μηχανών νευροαπεικόνισης ώστε να μπορέσουν να αποδείξουν την επιστημονική τους εγκυρότητα.

    Η έμφαση που δίνεται στις τεχνικές απεικόνισης του εγκεφάλου και στις μετρήσεις της δραστηριότητάς του, στην τεχνολογία δηλαδή που συνοδεύει τις νευροεπιστήμες, επιχειρεί να ενσωματώσει μέσα στις διατάξεις αυτές, τις φιλοσοφικές συζητήσεις πολλών αιώνων σχετικά με την ψυχή, το σώμα, το νου και την ανθρώπινη ζωή γενικότερα. Ο μεταφυσικός χαρακτήρας αυτών των συζητήσεων/διαφωνιών μεταφέρεται στο εσωτερικό των μυστικοποιημένων μηχανών νευροαπεικόνισης. Η μυστικοποίηση αυτή συνίσταται αφενός στην αυθαίρετη χρήση τους σαν μέσα που παράγουν την αυθεντία της αντικειμενοποίησης ενός εσωτερικού μηχανισμού ως το βασικό υπόστρωμα του εαυτού, της συμπεριφοράς, των αισθήσεων και των συναισθημάτων και αφετέρου στην αντίληψη του μηχανήματος σαν την απαραίτητη γέφυρα που μπορεί και πρέπει να υπάρχει ώστε να προσγειώνει τις θεωρητικές φιλοσοφικές/ψυχολογικές/κοινωνιολογικές απόψεις (μαζί με τη μεταφυσική τους) στην πραγματικότητα των νευρωνικών κυκλωμάτων.


    Που σημαδεύουν; Στο μυαλό!

    Ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο της υιοθέτησης του υποστρώματος των νευροεπιστημών είναι ότι η αποδοχή αυτής της μηχανιστικής αντίληψης, που σχετίζεται αλληλένδετα με την ύπαρξη των αντίστοιχων μηχανισμών απεικόνισης, δίνει τουλάχιστον δύο δυνατότητες: τη συνεχή επιτήρηση και μέτρηση χαρακτηριστικών που θα μπορούσαν παλιότερα να χαρακτηριστούν ποιοτικά. Και επιπλέον, τη δυνατότητα παρέμβασης στους θεωρούμενους ως υποκείμενους σωματικούς μηχανισμούς των χαρακτηριστικών αυτών, την πρόσθεση ή την αφαίρεση, για την αλλαγή ή τη “βελτιστοποίηση” των συστατικών μερών των μηχανισμών αυτών με τη χρήση χημικών, μαγνητικών ή ηλεκτρικών/ηλεκτρονικών μέσων. Επιπλέον, η έρευνα σχετικά με τους μηχανισμούς μάθησης σε επίπεδο νευρώνων ήδη συντελεί στη δυναμική ανάπτυξη νευρωνικών πληροφοριακών μηχανών που στηρίζονται στην αρχιτεκτονική των τεχνητών νευρωνικών δικτύων (Artificial Νeural Νetworks). Αλλά και αντίστροφα, η επιλογή ή ο ορισμός της σημαντικότητας των επιμέρους “εγκεφαλικών μηχανισμών” δεν μπορεί παρά να λαμβάνει υπόψη και τη χρησιμότητα τους τόσο στη δημιουργία νέων μηχανών, όσο και στη διασύνδεση μεταξύ ανθρώπου και μηχανής.

    Πιο ειδικά για την υιοθέτηση των νευροεπιστημών στο εκπαίδευτικό σύστημα όπως το γνωρίζουμε, αφενός η μαζικότητά του παρέχει σίγουρα τη δυνατότητα χρήσης αρκετά μεγάλων και ποικίλων δειγμάτων για μελέτη. [4] Αφετέρου οι συνθήκες διεξαγωγής των ερευνών σχετικά με τους μηχανισμούς της μάθησης πραγματοποιείται κρατώντας μια κρίσιμη μεταβλητή σταθερά ελεγχόμενη: το περιεχόμενο της μάθησης είναι εξαρχής ορισμένο. [5]
    Με την ήδη αναγνωρισμένη αντικειμενικότητα των μηχανών νευροαπεικόνισης σαν δεδομένο, ο χαρακτηρισμός και ο αφορισμός δεδομένων αντιλήψεων ως μύθων είναι ένα βασικό και επαναλαμβανόμενο στοιχείο όσων εισηγούνται την αξιοποίηση των δεδομένων των νευροεπιστημών στην εκπαίδευση.

    Σαν παραδείγματα, η κρισιμότητα των πρώτων χρόνων της ζωής μέχρι τα 3 έτη, η ύπαρξη απόλυτα κρίσιμων περιόδων για την ανάπτυξη του εγκεφάλου στα παιδιά, το 10% και οι κρυμμένες δυνατότητες του υπόλοιπου αχρησιμοποίητου ποσοστού του εγκεφάλου, η ύπαρξη αριστερό-μυαλων ή δεξιό-μυαλων (ανάλογα με τη χρήση των εγκεφαλικών ημισφαιρίων) ανθρώπων, οι εγκεφαλικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι κάποιοι από αυτούς τους μύθους που πουλιούνται και αγοράζονται ευρύτατα είτε σαν ιδεολογία είτε σαν brain-enhancing (video-)παιχνίδια και εκπαιδευτικά προγράμματα. Στην πραγματικότητα, η ύπαρξη και η διάδοση αυτών των “μύθων” δεν είναι καθόλου ξέχωρη από την ιστορική πορεία των νευροεπιστημών. Χωρίς να έχουμε ακριβώς υπόψη αυτή την ιστορική διαδρομή σε όλη της την έκταση, μπορούμε να επισημάνουμε ότι τα πειράματα που πραγματοποιούνται εδώ και παραπάνω από τέσσερις δεκαετίες πίσω από τις κλειστές πόρτες των εργαστηρίων, σίγουρα έπαιξαν ρόλο στη διαρροή και επικράτηση της μίας ή της άλλης εκλαϊκευμένης αντίληψης και μέσω των media. Η κατάρριψη τέτοιων μύθων οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως neuromyths αποτελεί ένα από τα βασικά κεφάλαια της σχετικής έκδοσης του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας και Καινοτομίας του ΟΟΣΑ από την οποία προέρχονται και μια σειρά άλλων σημείων και αποσπασμάτων που πραουσιάζονται στη συνέχεια. [6]

    Μέσα από την κατάρριψη των μύθων προκύπτουν βέβαια οι “νέες αλήθειες” ίσως μέχρι να καταρριφθούν και αυτές. Δεν θα αναφερθούμε στις “ανακαλύψεις” των νευροεπιστημών καθώς πραγματικά θα έπρεπε να χωθούμε πολύ βαθιά στη βιβλιογραφία για να μην σας παρουσιάσουμε κι εδώ κάποιον μύθο. Θα αρκεστούμε στην επιγραμματική παράθεση του ως τώρα μεγαλύτερου κομματιού των ερευνών ανά όσο το δυνατό γενικότερες κατηγορίες:

    - Η μελέτη της ανάπτυξης του εγκεφάλου από το προγεννητικό στάδιο ως και την ενηλικίωση και τα γηρατειά
    - Η επίδραση του περιβάλλοντος στον εγκέφαλο που μαθαίνει (ο ύπνος, η διατροφή, η κοινωνική αλληλεπίδραση, ο έλεγχος των συναισθημάτων, η προσοχή και η διάσπασή της, η φυσική άσκηση, η μουσική, τα κίνητρα, το παιχνίδι και τα videogames)
    - Ο αλφαβητισμός και το μυαλό (σχετικά με τη γλώσσα - την ανάγνωση και τη γραφή)
    - Η αριθμητική και το μυαλό. [...]


    ...η συνέχεια στο έντυπο τεύχος του Cyborg.
    Αρέσει σε STavrosYoMafias