H "αναγκαιότητα" της άυλης αξίας του Ψηφιακού Καπιταλισμού

Συζήτηση στην κατηγορία 'Κοινωνία-Αλληλεγγύη-Ανοιχτός Κώδικας στη ζωή' που ξεκίνησε ο χρήστης Alternatina, 5 Αυγ 2015.

  1. [IMG]

    Άυλη Αξία και Σπάνη στον Ψηφιακό Καπιταλισμό

    Εισαγωγή

    Το σπάσιμο της “Στεγαστικής Φούσκας” το 2008 στις Η.Π.Α. είναι το λογικό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ψευδαίσθησης της παραγωγής χωρίς κατανάλωση· εντούτοις και παρά την οικονομική κατάρρευση, τα χρηματοοικονομικά βοηθήματα των χρεοκοπημένων οικονομικών ιδρυμάτων, του συνεχιζόμενου αποπληθωρισμού, και της κατάρρευσης της πίστης (credit) και της αξίας, τα ιδρύματα που λαμβάνουν τα βοηθήματα γίνονται ισχυρότερα εξαιτίας αυτών (1), καταδεικνύοντας μια θεμελιώδη αλλαγή στην σχέση μεταξύ της φυσικής μορφής-εμπόρευμα και των άυλων αξιών που προσδιορίζονται με χρήμα και αξιογραφικό χειρισμό. Οι χρηματοοικονομικές φούσκες είναι ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας συστημικής αλλαγής που εστιάζει στην δημιουργία αξιών μέσω της σημειωτικής ανταλλαγής και της μεταφοράς άυλων περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση της “Στεγαστικής Φούσκας” τα περιουσιακά στοιχεία που συναλλάχθησαν βασίζονταν σε υποθήκες—χρέη παραγόμενα χωρίς εκτίμηση των υποκείμενων, φυσικών περιουσιακών στοιχείων και της εργασίας που απαιτείται για την αποπληρωμή αυτών των χρών.

    Η αποτυχία επεξεργασίας των σύμφυτων πηγών του προβλήματος που επιτάχυνε την κρίση—οι τόκοι υπερημερίας των υποκείμενων υποθηκευμάτων—και η αντ' αυτής εστίαση στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (είτε μέσω “βοηθημάτων”, ρυθμίσεων ή έρευνας για “απάτη”) είναι μια ένδειξη της μετατόπισης που έχει συμβεί από μια φύσει παραγωγική οικονομία προς μια σημειωτική χειραγώγηση· η κατάσταση αυτή δεν αντιμετωπίστηκε από συμβατικά μέσα ή ανάλυση και απαιτεί να εξεταστεί ο τρόπος που άλλοι συστημικοί παράγοντες απο-υλοποίησης καθορίζουν τα είδη των επιλογών αντιμετώπισης αυτών των κρίσεων, όταν εμφανίζονται.
    Ο τρόπος διεθνούς αντιμετώπισης της κατάρρευσης της “Στεγαστικής Φούσκας” αποκαλύπτει και τεκμηριώνει τον μετασχηματισμό από την παραγωγική εργασία στην σημειωτική χειραγώγηση και, συνεπώς, στα διάφορα κυβερνητικά βοηθήματα που εστιάζουν στην υλοποίηση της άυλης υπόστασης των αγορών έναντι φυσικών ορίων μέσω της αναστολής των εκτιμήσεων της “λογιστικής της θεμιτής αξίας” των περιουσιακών στοιχείων, μια πράξη που ενεργοποιεί την δημιουργία/διατήρηση των άυλων αξιών που δημιουργήθηκαν μέσα στην φούσκα των περιουσιακών στοιχείων.
    Η συνεχιζόμενη διάζευξη μεταξύ φυσικών περιουσιακών στοιχείων και του ρόλου τους ως άυλων συμβόλων μέσα σε ένα σύστημα ανταλλαγών είναι δηλωτική των επερχόμενων συστημικών κρίσεων: η βασική προβληματική του χρέους που δημιουργείται ως παράπλευρο φαινόμενο της άυλης παραγωγής (το κόστος συναλλαγής που θέτει η σημείωση, ακολούθως διπλασιάζεται λόγω των βοηθημάτων που λειτουργούν ως ανανέωση ή “επαναδιόγκωση” της αρχικής φούσκας των περιουσιακών στοιχείων μέσω επιπρόσθετων ακολουθιών πώλησης και μεταπώλησης υποστηριζόμενων από κυβερνητικές υπηρεσίες προς προστασία των αγορών και εκείνων που κερδίζουν από αυτές) μεγεθύνει την θεμελιώδη παθολογία των αγορών μέσω της δημιουργίας επιπρόσθετων χρεών και, όλως παραδόξως, μέσω της αύξησης της αξίας περιουσιακών στοιχείων των οποίων οι αβέβαιες αξίες είναι η αιτία του αρχικού πανικού, έκδηλου στην ίδια αυτή κατάρρευση της φούσκας των περιουσιακών στοιχείων.

    Το αντιθετικό δίπολο “χρέωση-παραγωγή” αποτελούσε συστημική δυναμική της “Στεγαστικής Φούσκας” των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα αποκαλύπτοντας μια σημειωτική διεργασία (μια διαδικασία ηχητικού sampling και remix) και την άρνηση της σπουδαιότητας μιας αληθινής, φυσικής εμπορευματικής μορφής: της δυνατότητας του ιδιοκτήτη ιδιοκτησίας να αποπληρώσει ένα χρέος του οποίου ο κατακερματισμός, συνδυασμός και αναδιπλασιασμός είχε σαν αποτέλεσμα την (ψηφιακή) επενδυτική ασφάλεια.
    Τόσο η συναλλαγή αυτών των ασφαλιστικών παραγώγων όσο και η επέκταση της πίστης σχεδόν σε κάθε έναν που την ζητούσε (στην μορφή δανείων “0% κάτω”, Alt-A ή υποθηκών αποκλειστικού τόκου), δημιούργησαν τις άυλες επενδυτικές ασφάλειες που πωλούνται στις κεφαλαιαγορές, παράγοντας ένα επεκτεινόμενο δίκτυο περιουσιακών στοιχείων και ενεργητικών καθώς και την σταθερή κλιμάκωση των αναγκαίων για την απόσπαση πλούτου αξιών.
    Την ίδια ώρα, αποποιείται η σπουδαιότητα των φυσικών περιουσιακών στοιχείων και ενεργητικών με μια σχολαστική επίδειξη της αύρας που εκπέμπει ο χωρισμός του ψηφιακού με την φυσικότητα, όπου νέες αξίες δημιουργούνται κυρίως μέσω ανασκευαστικής/σημειωτικής χειραγώγησης των επενδυτικών ασφαλειών που παρήχθησαν από τις υποθήκες (ενέχυρες υποχρεώσεις χρέους, CDO, ή άλλες επενδυτικές ασφάλειες με υποθηκευτική στήριξη) και δευτερευόντως από συνοδεύουσες πωλήσεις πραγματικής ακίνητης περιουσίας. Τα φυσικά εμπορεύματα (οικίες) ήσαν σημαντικά μόνο στον βαθμό που μπορούσαν να παράσχουν χρέος· την μεταφορά αυτών των χρεών (υποθήκες) σε επενδυτικές ασφάλειες (Υποχρεώσεις Ενέχυρου Χρέους) για σημειωτική χειραγώγηση και την μεταπώλησή τους σε αγορές παραγώγων (συνοδευόμενων από “ασφαλιστήρια” με την μορφή Πιστωτικών Προκαθορισμένων Ανταλλαγμάτων, Credit default swaps). Μόλις [τα φυσικά εμπορεύματα, σ.τ.μ.]
    μεταφράστηκαν σε εικονική μορφή, απορρίφθηκαν η φυσική τους βάση και η σχέση του με την παραγωγική εργασία.
    Το σπάσιμο της “Στεγαστικής Φούσκας” το 2008 επισπεύσθηκε από τις αυξήσεις στις πληρωμές που χρειάζονταν να παρέχουν οι διαχειριστές των υποθηκών κάθε μήνα για τα στεγαστικά τους χρέη λόγω των αναπροσαρμοσμένων τιμών των υποθηκών, αυξάνοντας τις μηνιαίες απολαβές τους σε τιμές ανώτερες εκείνων που μπορούσαν να καταβάλουν. [3] Η απόρριψη αυτή των φυσικών βάσεων της κρίσης είναι φανερή στο γεγονός ότι το Πρόγραμμα Ανακούφισης Προβληματικών Ενεργητικών (Troubled Asset Relief Program) εστιάζει περισσότερο στις εικονικές, σημειωτικά χειραγωγημένες επενδυτικές ασφάλειες που παρήχθησαν από τις υποθήκες, [4] και όχι στην παρεμπόδιση αθετήσεων στα βασικά υποθηκεύματα· είναι η μη συμμόρφωση των διαχειριστών υποθηκών εξαιτίας της ανεπάρκειας του κεφαλαίου να ικανοποιήσει τις υποθηκευτικές υποχρεώσεις τους που προκάλεσε την κατάρρευση της “Στεγαστικής Φούσκας” και την “Πιστωτική Κρίση” του 2009.

    Η ρήξη μεταξύ φυσικών περιουσιακών στοιχείων και εικονικών εμπορευμάτων γίνεται εμφανής στην απόκτηση εκ μέρους των TARP των υποτιμημένων επενδυτικών ασφαλειών: οι αξίες των ασφαλειών των οποίων η εξαγορά είχε αμφισβητηθεί, διατηρήθηκαν με την απομάκρυνσή τους από την αγορά (δηλαδή, σαν βοηθήματα). Το υποκείμενο φυσικό όριο που επέβαλε η έλλειψη κεφαλαίου δημιούργησε το “πάγωμα” της πίστης του 2009. Η έλλειψη κεφαλαίου εμφανίζεται μέσω της προβληματικής λειτουργίας του αποσυνδεδεμένου από τα ευγενή μέταλλα χρήματος, ένα καινό που διαμορφώνεται μέσα από την δυναμική των άυλων αξιών και εκτείνεται μέχρις εκεί όπου οι φυσικές ικανότητες ικανοποιούν τις απαιτήσεις αυτές. Οι ρόλοι των συντελεστών αυτού του συστήματος είναι προκαθορισμένοι από την ίδια την φύση του συστήματος· ο τρόπος δράσης του ψηφιακού καπιταλισμού δεν είναι ζήτημα κάποιας ελιτίστικης συνωμοσίας, ούτε οι απαιτήσεις συστημικής ισορροπίας προκαλούν συγκεκριμένες ενέργειες.

    Οι κτηματαγορές σχημάτισαν την προφανή βάση για την φούσκα του 2008 και επέσπευσαν την κατάρρευσή της: εκείνα τα υποθηκεύματα που συγχωνεύθηκαν και επιμερίστηκαν σε πολλαπλά, παράγωγα ενεργητικά—των οποίων η επιπόλαιη αξία βασίστηκε σε πληρωμές που γίνονταν κάθε μήνα από τους διαχειριστές των υποθηκών—στην πραγματικότητα έγιναν δευτερεύοντα ως προς τις συναλλαγές και πωλήσεις των παραγώγων, των πιστωτικών προκαθορισμένων ανταλλαγμάτων (ασφάλιστρα) και των άλλων δευτερευόντων, υπερδομημένων ενεργητικών που παρήχθησαν από τις υποθήκες.
    Η διαδεδομένη δημιουργία αυτών των παραγώγων που βασίστηκαν σε στεγαστικά χρέη έγινε η δύναμη που παρήγαγε πλούτο όταν η «Στεγαστική Φούσκα» επεκτάθηκε σε αυτοτροφοδοτούμενους κύκλους όπου η παραγωγή επιπλέον παραγώγων λειτούργησε ως παρότρυνση για την δημιουργία υποθηκών (χρεών)· όταν οι υποθήκες με προσαρμοζόμενες κλίμακες τόκου αύξησαν τις ετήσιες πληρωμές πέραν εκείνης της τιμής που οι διαχειριστές των πραγματικών υποθηκευμάτων μπορούσαν να πληρώσουν, η φούσκα ξέσπασε προκαλώντας πανικό για εκείνα τα παράγωγα ενεργητικά που έχασαν την αξία τους, αυξάνοντας το ρίσκο για όλα τα ασφάλιστρα που στηρίζονταν στις υποθήκες (και των ασφαλειών που εκδίδοντας ως «προστασία»).
    Η προβληματική φύση αυτών των μη συμμορφούμενων υποθηκών ήταν και παραμένει ένα ζήτημα μισθών-χρέους. Εντούτοις, η προσοχή του Προγράμματος Ανακούφισης Προβληματικών Ενεργητικών στο πλαίσιο αντιμετώπισης των προβλημάτων που προκαλεί η οικονομική κατάρρευση, δεν εστιάστηκε στα φυσικά περιουσιακά στοιχεία (στις επικίνδυνες υποθήκες ή στο ζήτημα των μισθών που χρησιμοποιούνταν για την πληρωμή των χρεών), αλλά στα εικονικά, σημειωτικά επενδυτικά ασφάλιστρα που εκείνα παρήγαγαν. [6] Αυτή η ολοφάνερη αντίφαση έχαιρε μικρής προσοχής ή αντιμετώπισης.

    Η έλλειψη κεφαλαίων μέσα σε αυτό το οικοδόμημα γίνεται φανερή μέσω των έμφυτων ανισορροπιών που αναδεικνύονται από την ρήξη μεταξύ των πραγματικών αξιών και το πλήθος των δυνητικών μελλοντικών αξιώσεων που εγείρει η αγορά παραγώγων, των οποίων η αξία είναι σημαντικά μεγαλύτερη από την ποσότητα της εγγενούς εργασίας (φυσικής, αυτοματοποιημένης και άυλης) που είναι διαθέσιμη για την παραγωγή νέων φυσικών αξιών για την ικανοποίηση αυτώντων αξιώσεων· δεν πρόκειται, όμως, για ζήτημα αντίθεσης μεταξύ εμπορικών και κερδοσκοπικών αξιών, αλλά για ζήτημα μεταξύ ραντιέρικων αξιώσεων (τίτλοι ιδιοκτησίας για την παραγωγή αξιών) και παραγωγικής ικανότητας. Η κατάρρευση του 2008 εξέθεσε ακριβώς αυτήν την αποτυχία συνδυασμού κεφαλαίου και ραντιέρικων αξιώσεων η οποία έγινε φανερή μέσα από την «Πιστωτική Κρίση» του 2009. Η τραπεζική χρεοκοπία, για παράδειγμα, δημιουργείται ακριβώς επειδή διότι κατέχουν περισσότερες αξιώσεις για αξίες που πρόκειται να παραχθούν, από ό,τι για αξίες που είναι διαθέσιμες προς διεκδίκηση. Αυτός ο τύπος αποτυχίας είναι χαρακτηριστικό του τρόπου που οι σημειωτικές συναλλαγές αναπτύσσουν αξίες ανεξάρτητες από τα φυσικά ενεργητικά.

    Το ψηφιακό είναι ένα σύμπτωμα ευρύτερης μετατόπισης μελετών και εκτιμήσεων βασιζόμενων σε φυσικές διεργασίες προς διεργασίες άυλες· ο «ψηφιακός καπιταλισμός», έτσι, αφορά στην μεταφορά ετούτου του άυλου στην ευρύτερη καπιταλιστική υπερδομή. Επειδή το ψηφιακό είναι ένα σημειωτικά βασίλειο όπου το νόημα που είναι παρόν σε μια εργασία διαχωρίζεται από την φυσική αναπαράσταση αυτής της εργασίας, η «αύρα του ψηφιακού» περιγράφει μια ιδεολογία η οποία αξιώνει τον μετασχηματισμό των αντικειμένων σε αυτό το σημειωτικό άυλο.
    Την ίδια στιγμή το ψηφιακό εμφανίζεται ως φυσική κατάσταση της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, αφού αυτό καθ' αυτό παριστάνει τον μαγικό πόρο ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς να αναλώνεται ή να μειώνεται, οδηγώντας στην πεποίθηση της συσσώρευσης χωρίς παραγωγή. Η μετατόπιση αυτή στην βάση περιορισμού των παραγόντων και έλλειψης είναι σύμφυτη της άυλης μορφής που επιδεικνύει το ψηφιακό· ταυτόχρονα, παραγνωρίζει το πώς η έλλειψη κεφαλαίων επιβάλλεται υπό την διπλή μορφή του τόκου και του κέρδους επί κεφαλαιακών εξόδων.

    Η δύναμη που εκδηλώνεται ως άυλη μορφή του ψηφιακού καπιταλισμού είναι ένας μετασχηματισμός των θεμελιωδών σχέσεων μεταξύ του παγκόσμιου ισοδύναμου, βασιζόμενου στη φυσική μορφή-εμπόρευμα, στον ρόλο του ως νόμισμα-χρήμα της μαρξιστικής διατύπωσης, και της εκτίμησής του, ανεξάρτητης από τον ρόλο της ως σημείο ανταλλαγής, ως φυσικό εμπόρευμα. Χρυσός και ασήμι δεν λαμβάνουν την αξία τους εγγενώς, αλλά παρουσιάζουν μια κυμαινόμενη τιμή, σχετική προς το κοινωνικά παραγόμενο χρήμα.
    Η αλλαγή που έγινε στην ιστορική βάση του Αμερικανικού δολαρίου, ως νομίσματος που «υποστηριζόταν» από πολύτιμα εμπορεύματα (όπως ο χρυσός ή το ασήμι) σε νόμισμα χωρίς τέτοια βάση, σημαδεύει την αλλαγή από τις συναλλαγές μέσω της φυσικής μορφής-εμπόρευμα προς μια άυλη ανταλλαγή της οποίας η βάση είναι αμιγώς κοινωνική, μάλλον, παρά φυσική (κρατικό χρήμα)· η μετατόπιση αυτή δείχνει μια επέκταση του άυλου εντός της πολιτικής οικονομίας ως συνόλου. (Περισσότερο από μια ριζική αλλαγή, αυτή η μετατόπιση είναι μια αυξητική μετάβαση που εμφανίστηκε όταν εγκαταλείφθηκαν οι συμφωνίες Bretton Woods και όταν ο ρόλος που υιοθέτησε το Αμερικανικό δολάριο στην δεκαετία του '70 ήταν εκείνος του παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος).
    Ενώ η θεμελιώδης δομική λογική που επέσπευσε την οικονομική κρίση του 2008 έχει τις ρίζες της στην ιδεολογία του άυλου η οποία εκδηλώνεται στην αίγλη της άρνησης της φυσικής πραγματικότητας εκ μέρους του ψηφιακού, οι παράγοντες που παρήγαγαν αυτό το άυλο είναι εμφανείς στην εσωτερική δομή του τρόπου που το σημειωτικό σύστημα οδηγεί τους συμμετέχοντές του προς άυλες αξίες. Την ίδια στιγμή αυτές οι δομές οικονομίας, ανταλλαγής τίτλων μελλοντικών προϊόντων και η ιδεολογία της ρήξης μεταξύ φυσικών και άυλων αξιών οδηγεί αναδρομικά σε έναν κύκλο χρέους, εμφανούς στις μεγάλης κλίμακας φούσκες της «Στεγαστικής Φούσκας» (δεκαετία 2000), της «Κατάρρευσης των εταιριών Dot.Com» (δεκαετία 1990) και της «Κατάρρευσης Αποταμίευσης-Δανείων» (δεκαετία 1980) στις Η.Π.Α.· την ίδια περίοδο έχουν εμφανιστεί παρόμοιες φούσκες στην Ιαπωνία και την Ευρώπη, αποκαλύπτοντας ότι η κλιμάκωση των τιμών στην σημειωτική, άυλη παραγωγή του ψηφιακού καπιταλισμού είναι συστημική, μη βιώσιμη και αναπόφευκτη.

    Αυτή η νέα άυλη βάση συνεισφέρει σε άλλες μεταπτώσεις στην παραγωγή και την εργασία. Η σημειωτική χειραγώγηση αντικαθιστά την φυσική πραγματικότητα (με την μορφή του φυσικού αγαθού) που έχει βάση το ενεργητικό περιουσιακό στοιχείο και η άυλη εργασία αντικαθιστά την φυσική παραγωγή αποκαλύπτοντας την διαδικασία πλάνης που νομιμοποιεί το άυλον ως όχημα παραγωγής πλούτου: η αιτία που η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ και οι εγγυήσεις του Προγράμματος Ανακούφισης Προβληματικών Ενεργητικών της «Στεγαστικής Φούσκας» του 2008 εστίασαν στην ρευστότητα των τραπεζών και ενδιαφέρονταν για την ροή των πιστώσεων, βρίσκεται σε αυτή την αγοραία σημείωση που παράγει πλούτο χωρίς δαπάνες, μέσω μιας αυθόρμητης δημιουργίας ανταλλακτικής αξίας χωρίς εργασία ή κατανάλωση πόρων (είναι μάλλον μεταβατική παρά παραγωγική). Το παραμύθι συνιστά θεμελιώδη συνθήκη του ψηφιακού καπιταλισμού.
    Είναι ένα σύστημα που επιχειρεί να επεκταθεί χωρίς όρια, αλλά που αναπόφευκτα συναντά φυσικούς περιορισμούς που επιβάλλει η έλλειψη κεφαλαίου, η οποία επισπεύδει την αναγνώριση μιας καταρρέουσας «φούσκας», δηλαδή μιας κρίσης.
    Η επιταχυνόμενη μετάβαση προς το άυλο—αξίες που δημιουργούνται χωρίς παραγωγική δράση—είναι εμφανής στην ιστορική άνοδο του ψηφιακού στις Ηνωμένες Πολιτείες: η έκδοση ραντιέρικου χρήματος βασιζόμενου στο χρέος (στις 23 Δεκεμβρίου 1913 με τον Νόμο Ομοσπονδιακού Αποθεματικού, ο οποίος δημιούργησε το Τραπεζογραμμάτιο Ομοσπονδιακού Αποθεματικού), την μετάβαση από το νόμισμα βασισμένο στο διεθνές εμπορευματικό ισοδύναμο, την «σταθερά χρυσού», στο κρατικό χρήμα (στις 15 Αυγούστου 1971), την μετάβαση προς μια οικονομία εστιασμένης στην άυλη εργασία (την τάση μετατόπισης της παραγωγής στην Ασία κατά τη δεκαετία του 1980 και την άνοδο της παγκοσμιοποίησης στην δεκαετία του 1990) και, τέλος, με την εμφάνιση του ψηφιακού (με την ευρεία υιοθέτηση της τεχνολογίας ψηφιακής επικοινωνίας στην καρδιά της σημειωτικής οικονομίας η οποία ενεργοποιεί αυτές τις φούσκες των ενεργητικών περιουσιακών στοιχείων, μια τάση που ξεκίνησε την δεκαετία 1970, επιταχύνθηκε στα 1980 και δραστηριοποιήθηκε πλήρως στα 1990 με την κατάρρευση των Dot.Com).
    Σε όλες τις περιπτώσεις οι μεταμορφώσεις αυτές περιγράφουν μια θεμελιώδη κοινωνική μετάβαση από ζητήματα που αφορούν σε φυσικά, απτά ισοδύναμα προς το άυλο που περιγράφεται από την αίγλη του ψηφιακού—η ψευδαίσθηση μιας άπειρης σφαίρας επιρροής ικανής να παράγει αξίες χωρίς δαπάνες, μαζί με μια άρνηση του φυσικού κόστους και του περιορισμού των πόρων—η οποία συνενώνεται με τα συστήματα της παραγωγής αξίας και ανταλλαγής. Η «Στεγαστική Φούσκα» του 2008 αλλά και η «Φούσκα των Dot.Com» του 2001 και η κατάρρευση που ενεργοποίησαν, φανερώνουν την διεισδυτικότητα αυτής της ιδεολογίας και την μετατόπιση προς σημείωση άυλης (οικονομικής) συναλλαγής στην θέση της φυσικής παραγωγής. Ο ψηφιακός καπιταλισμός εντοπίζεται από την ταυτόχρονη εμφάνιση αυτών των αλληλοεμπλεκόμενων κοινωνικών-οικονομικών συνθηκών, κάθε μια εκ των οποίων ενισχύει την ιδεολογία του άυλου που εμφανίζεται στην αίγλη του ψηφιακού.

    Το άυλο χρήμα και η φυσική εργασία παράγουν μια ανισότητα μεταξύ των αιτημάτων που δημιουργούν τίτλοι μελλοντικού πλούτου που υποστασιοποιείται στο κρατικό χρήμα και της ικανότητας της εργασίας και της παραγωγής να ικανοποιήσουν τα αιτήματα αυτά. Η θεμελιώδης βάση της ευνοεί τις ανισορροπίες και τις καταρρεύσεις που ακολουθούν/παράγονται από οικονομικές φούσκες· η ρήξη αυτή μεταξύ φυσικής εργασίας και άυλης «παραγωγής» αποκαλύπτει ένα σύστημα που αδυνατεί εγγενώς να διατηρήσει την ισορροπία. Η κατανόηση αυτών των νέων συνθηκών απαιτεί την επανεξέταση των θεμελιωδών ορισμών περί εμπορεύματος, περί της φυσικη μορφής-εμπορεύματος και του διεθνούς ισοδυνάμου ως προς την αξία και την εργασία του Καρλ Μαρξ. Οι δυνάμεις αυτής της σχέσεις εκδηλώνονται μέσω της σημειωτικής διαδικασίας παραγωγής χρήματος μέσα από την επέκταση της πίστης: την δημιουργία δικαιώματος παρακράτησης περιουσιακού στοιχείου για μελλοντική παραγωγή ενσωματωμένη στην επανάληψη και ανταλλαγή άυλων «αγαθών» μέσα στην αγορά—αυτό που ονομάζεται «χρηματοοικονομικοποίηση» (financialization).

    Το Παγκόσμιο Ισοδύναμο

    Στην συμβατική Μαρξιστική θεωρία η διάκριση μεταξύ της φυσικής μορφής-εμπορεύματος και του ρόλου του παγκόσμιου ισοδύναμου εμπορεύματος δεν είναι σημαντική, επειδή το παγκοσμίως ισοδύναμο εμπόρευμα, το χρήμα, διατηρεί μια διττή ταυτότητα: ως παράγων ανταλλαγής στις συναλλαγές και ως καθαυτό μορφή-εμπόρευμα. Τα θεμέλια της αντίληψης αυτής βρίσκονται στο Κεφάλαιο, Τόμος 1 του Καρλ Μαρξ και οι θεωρήσεις πάνω στην μορφή-εμπόρευμα εξαρτώνται από την διατήρηση αυτής της διττότητας. Η μετάβαση στην άυλη παραγωγή εμφανίζεται σε μια ρήξη της διττότητας μεταξύ χρήματος και μορφής-εμπορεύματος: όταν το παγκόσμιο ισοδύναμο δεν είναι πλέον μια φυσική μορφή-εμπόρευμα, πράγμα το οποίο συμβαίνει για το κρατικό χρήμα, η αντιμετώπιση της δυναμικής του χρήματος ως ανεξάρτητης από την μορφή-εμπόρευμα είναι αναγκαία. Τα δυο δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι συνεχίζουν να κινούνται συντονισμένα, ως διαφορετικές όψεις της ίδιας οντότητας.

    Παρά ταύτα, η σχέση μεταξύ χρήματος και εργασίας παραμένει κεντρική στην δυναμική της άυλης παραγωγής και των αυξανόμενων αξιών των εμπορευμάτων. Η ανάπτυξη του ραντιέρικου και του κρατικού χρήματος είναι βασικά συστατικά αυτής της διαδικασίας εξαγωγής πλούτου από την άυλη εργασία. Το παράδοξο της άυλης αξίας και του άυλου μέλλοντος του κρατικού χρήματος (fiat currency) αναγνωρίζεται στην ουσιαστική φύση του ίδιου του κρατικού χρήματος: πρώτον, στο ότι το χρήμα είναι η υποστασιοποίηση της καθαρής κοινωνικής σχέσης η οποία αποτελεί τον κατά Καρλ Μαρξ ορισμό του «χρήματος», στην θέση της διττής φύσης κοινωνίας-εμπορεύματος που αναγνωρίζει· δεύτερον, ως εισοδηματική μορφή, λειτουργεί ως τίτλος μελλοντικής εργασίας και όχι ως αναπαράσταση/αντιπροσώπευση παρελθούσης εργασίας. Οι διαφορές αυτές δημιουργούν σημαντικές τροποποιήσεις των ορισμών που παρατίθενται στο Κεφάλαιο, Τόμος 1.
    Ο Μαρξ ξεκινά την ανάλυσή του συζητώντας τις θεμελιώδεις ιδέες της εργασίας, της αξίας και του εμπορεύματος, μιλώντας εν συντομία περί ενός παγκόσμιου ισοδυνάμου (νομίσματος) που βασίζεται στην μεταφορά φυσικών εμπορευμάτων μορφοποιούμενων στην χρήση της απλής μορφής-εμπορεύματος αντιπροσωπεύοντας αξία ανταλλαγής.


    [πηγή: rebel.gr]